Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overachiever
01
υπερπροσδιοριστής, προικισμένος μαθητής
a student who attains higher standards than the IQ indicated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overachievers
02
υπερβολικά επιτυχημένος, εργομανής
a person who gains success beyond what is expected or normal, often in a way that makes them exhausted
Παραδείγματα
The overachiever always finishes projects ahead of schedule.
Ο υπερβολικός επιτυχημένος πάντα ολοκληρώνει τα έργα πριν από το χρονοδιάγραμμα.
Λεξικό Δέντρο
overachiever
achiever
achieve



























