Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oval
01
ωοειδής, ελλειπτικός
rounded in shape but wider in one direction, such as the shape of an egg
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most oval
συγκριτικός βαθμός
more oval
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The oval mirror hung above the dresser, reflecting the room's decor with its elegant curvature.
Ο οβάλ καθρέφτης κρεμόταν πάνω από το ντουλάπι, αντικατοπτρίζοντας τη διακόσμηση του δωματίου με την κομψή του καμπύλη.
Oval
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ovals
Παραδείγματα
The artist painted an oval in the center of the canvas for emphasis.
Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε ένα οβάλ στο κέντρο του καμβά για έμφαση.
1.1
ωοειδές, ωοειδής πίστα
an elliptical-shaped sports field or racing track
Παραδείγματα
The local soccer team played their matches on the oval.
Η τοπική ομάδα ποδοσφαίρου έπαιξε τους αγώνες της στο οβάλ.



























