Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outwardly
01
εξωτερικά, φαινομενικά
in a manner referring to how things look or appear on the outside
Παραδείγματα
The changes in the industry were not immediately apparent, but outwardly visible in time.
Οι αλλαγές στη βιομηχανία δεν ήταν άμεσα εμφανείς, αλλά με τον καιρό έγιναν εξωτερικά ορατές.
02
εξωτερικά, στην εμφάνιση
in outward appearance
Λεξικό Δέντρο
outwardly
outward



























