outwardly
out
ˈaʊt
αουτ
ward
wəd
ουαντ
ly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "outwardly"στα αγγλικά

01

εξωτερικά, φαινομενικά

in a manner referring to how things look or appear on the outside 
outwardly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Despite feeling nervous inwardly, she smiled outwardly to project confidence. 

Παρόλο που αισθανόταν νευρική εσωτερικά, χαμογέλασε εξωτερικά για να προβάλει αυτοπεποίθηση.

02

εξωτερικά, στην εμφάνιση

in outward appearance 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outwardly
outward
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store