Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outwardly
01
εξωτερικά, φαινομενικά
in a manner referring to how things look or appear on the outside
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Despite feeling nervous inwardly, she smiled outwardly to project confidence.
Παρόλο που αισθανόταν νευρική εσωτερικά, χαμογέλασε εξωτερικά για να προβάλει αυτοπεποίθηση.
02
εξωτερικά, στην εμφάνιση
in outward appearance
Λεξικό Δέντρο
outwardly
outward



























