outrider
out
ˈaʊt
αουτ
ri
raɪ
ραι
der
ντα
outriggeroutsider

Ορισμός και σημασία του "outrider"στα αγγλικά

01

αναγνώστης, οδηγός

someone who rides alongside or ahead of a convoy or group, typically to provide protection or guidance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outriders
Παραδείγματα
The outrider led the procession of vehicles through the crowded streets. 

Ο προπομπός οδήγησε την πομπή των οχημάτων μέσα από τους γεμάτους δρόμους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outrider
outride

out

+

ride

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store