Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outride
01
ξεπεράσει, υπερβαίνω
to surpass someone or something in terms of speed, distance, or performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outride
γ΄ ενικό πρόσωπο
outrides
ενεστώτα μετοχή
outriding
απλός αόριστος
outrode
παθητική μετοχή
outridden
Παραδείγματα
I outride my friends during our horseback riding adventures.
Προσπερνώ τους φίλους μου κατά τις ιππικές μας περιπέτειες.
02
αντέχω κατά τη διάρκεια μιας δοκιμασίας αντοχής, παραμένω ακλόνητος κατά τη διάρκεια μιας δοκιμασίας αντοχής
hang on during a trial of endurance
Λεξικό Δέντρο
outrider
outride
out
ride



























