Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outrage
01
αγανάκτηση, οργή
the extreme feeling of rage and anger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outrages
Παραδείγματα
The news of the corruption scandal caused an outrage among the citizens, who demanded justice.
Η είδηση του σκανδάλου διαφθοράς προκάλεσε αγανάκτηση στους πολίτες, που απαίτησαν δικαιοσύνη.
02
αγριότητα, βαρβαρότητα
a deliberately cruel or violent act, often shocking in nature
Παραδείγματα
The invasion was considered an outrage against civilians.
Η εισβολή θεωρήθηκε αγριότητα κατά των αμάχων.
03
σκανδάλο, αγανάκτηση
an act that shocks, offends, or violates accepted moral or social standards
Παραδείγματα
The celebrity's comments caused a media outrage.
Τα σχόλια της διασημότητας προκάλεσαν αγανάκτηση στα μέσα ενημέρωσης.
to outrage
01
προκαλώ οργή, σκοκάρω
to cause someone to become extremely angry or shocked
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
outrages
ενεστώτα μετοχή
outraging
απλός αόριστος
outraged
παθητική μετοχή
outraged
Παραδείγματα
The controversial decision by the government to increase taxes outraged the citizens.
Η αμφιλεγόμενη απόφαση της κυβέρνησης να αυξήσει τους φόρους προξένησε οργή στους πολίτες.
02
βιάζω, επιτίθεμαι σεξουαλικά
to force someone to engage in sexual activity against their will
Παραδείγματα
The victim was outraged during the violent assault.
Το θύμα βιάστηκε κατά τη διάρκεια της βίαιης επίθεσης.
03
βεβηλώνω, παραβιάζω την ιερότητα
to violate or desecrate the sacredness, sanctity, or inviolability of a place, object, or language
Παραδείγματα
Vandals outraged the historic temple.
Οι βάνδαλοι βεβήλωσαν τον ιστορικό ναό.
Λεξικό Δέντρο
outrageous
outrage
out
rage



























