Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outperform
01
ξεχωρίζω, υπερτερώ
to do better than someone or something
Transitive: to outperform sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outperform
γ΄ ενικό πρόσωπο
outperforms
ενεστώτα μετοχή
outperforming
απλός αόριστος
outperformed
παθητική μετοχή
outperformed
Παραδείγματα
The new model of the car is expected to outperform its predecessor in terms of fuel efficiency.
Το νέο μοντέλο του αυτοκινήτου αναμένεται να ξεπεράσει τον προκάτοχό του σε ό,τι αφορά την απόδοση καυσίμου.



























