Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outperform
01
ξεχωρίζω, υπερτερώ
to do better than someone or something
Transitive: to outperform sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outperform
γ΄ ενικό πρόσωπο
outperforms
ενεστώτα μετοχή
outperforming
απλός αόριστος
outperformed
παθητική μετοχή
outperformed
Παραδείγματα
The innovative technology is designed to help businesses outperform their competitors in the industry.
Η καινοτόμος τεχνολογία έχει σχεδιαστεί για να βοηθά τις επιχειρήσεις να ξεπεράσουν τους ανταγωνιστές τους στον κλάδο.



























