Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outmaneuver
01
ξεπεράσω στρατηγικά, παρακάμπτω με ελιγμούς
to surpass or overcome an opponent or obstacle through strategic and skillful maneuvers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outmaneuver
γ΄ ενικό πρόσωπο
outmaneuvers
ενεστώτα μετοχή
outmaneuvering
απλός αόριστος
outmaneuvered
παθητική μετοχή
outmaneuvered
Παραδείγματα
The clever spy managed to outmaneuver surveillance, completing the mission undetected.
Ο έξυπνος κατάσκοπος κατάφερε να ξεπεράσει την παρακολούθηση, ολοκληρώνοντας την αποστολή χωρίς να ανιχνευθεί.
Λεξικό Δέντρο
outmaneuver
out
maneuver



























