Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outmaneuver
01
ξεπεράσω στρατηγικά, παρακάμπτω με ελιγμούς
to surpass or overcome an opponent or obstacle through strategic and skillful maneuvers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
outmaneuver
γ΄ ενικό πρόσωπο
outmaneuvers
ενεστώτα μετοχή
outmaneuvering
απλός αόριστος
outmaneuvered
παθητική μετοχή
outmaneuvered
Παραδείγματα
The general successfully outmaneuvered the enemy forces, gaining a strategic advantage in the battlefield.
Ο στρατηγός ξεγέλασε με επιτυχία τις εχθρικές δυνάμεις, κερδίζοντας ένα στρατηγικό πλεονέκτημα στο πεδίο της μάχης.
Λεξικό Δέντρο
outmaneuver
out
maneuver



























