Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outlet
01
πρίζα, ηλεκτρική πρίζα
a place where we can plug in electric devices to connect them to the electricity
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outlets
Παραδείγματα
He plugged his phone charger into the outlet to charge his phone.
Έβαλε το φορτιστή του τηλεφώνου στην πρίζα για να φορτίσει το τηλέφωνό του.
02
έξοδος, αποχέτευση
a physical passage or opening through which something can exit, such as liquid, gas, or energy
Παραδείγματα
The pipe had no outlet, causing water to back up.
Ο σωλήνας δεν είχε έξοδο, προκαλώντας τη συσσώρευση του νερού.
Παραδείγματα
She loves shopping at the outlet mall because she can find brand-name clothing at discounted prices.
Αγαπά να ψωνίζει στο outlet γιατί μπορεί να βρει ρούχα μεγάλων μαρκών σε εκπτωτικές τιμές.
04
εκτόνωση, βάλβιδα ασφαλείας
a means of expressing thoughts, feelings, or creativity, often providing emotional relief or personal fulfillment
Παραδείγματα
Painting became her outlet for stress and anxiety.
Η ζωγραφική έγινε η διέξοδός της για το άγχος και την ανησυχία.



























