outlawed
out
ˈaʊt
awt
lawed
ˌlɔ:d
lawd
outlined

Ορισμός και σημασία του "outlawed"στα αγγλικά

01

απαγορευμένος, παράνομος

prohibited by law or made illegal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outlawed
συγκριτικός βαθμός
more outlawed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sale of certain drugs is outlawed in many countries. 

Η πώληση ορισμένων ναρκωτικών απαγορεύεται σε πολλές χώρες.

Λεξικό Δέντρο

outlawed
outlaw

out

+

law

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store