Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outlawed
01
απαγορευμένος, παράνομος
prohibited by law or made illegal
Παραδείγματα
The possession of firearms without a permit is considered outlawed in this state.
Η κατοχή πυροβόλων όπλων χωρίς άδεια θεωρείται παράνομη σε αυτήν την πολιτεία.
Λεξικό Δέντρο
outlawed
outlaw
out
law



























