outlawed
Pronunciation
/ˈaʊtˌɫɔd/

Ορισμός και σημασία του "outlawed"στα αγγλικά

01

απαγορευμένος, παράνομος

prohibited by law or made illegal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outlawed
συγκριτικός βαθμός
more outlawed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The possession of firearms without a permit is considered outlawed in this state.
Η κατοχή πυροβόλων όπλων χωρίς άδεια θεωρείται παράνομη σε αυτήν την πολιτεία.

Λεξικό Δέντρο

outlawed
outlaw

out

+

law

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store