Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outlandishly
01
εξωτικά, παραδοξολογικά
in an extremely unusual or extravagant way
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She dressed outlandishly, with brightly colored clothes and bold accessories.
Ντυνόταν εκκεντρικά, με φωτεινά ρούχα και τολμηρά αξεσουάρ.



























