outfield
out
ˈaʊt
αουτ
field
fi:ld
φιλντ

Ορισμός και σημασία του "outfield"στα αγγλικά

01

εξωτερικό γήπεδο, outfield

the area where the outfielders play to catch fly balls and field hits 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outfields
Παραδείγματα
The outfield fence was padded to protect players from collisions. 

Ο φράκτης του εξωτερικού γηπέδου ήταν επενδυμένος για να προστατεύει τους παίκτες από συγκρούσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outfield

out

+

field

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store