Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Osteoporosis
01
οστεοπόρωση
a medical condition characterized by weakened bones, making them fragile and more prone to fractures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Osteoporosis may lead to fractures in the hip, spine, and wrist with minimal trauma.
Η οστεοπόρωση μπορεί να οδηγήσει σε καταγώγματα στον μηρό, τη σπονδυλική στήλη και τον καρπό με ελάχιστη τραυματισμό.



























