oscillation
osc
ˌɒs
os
i
ɪ
i
lla
ˈleɪ
lei
tion
ʃən
shēn
osculation

Ορισμός και σημασία του "oscillation"στα αγγλικά

01

ταλάντωση

(physics) the back-and-forth motion of an object between two end points 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oscillations
Παραδείγματα
Pendulums have proven useful for studying simple harmonic oscillation and modeling more complex periodic motions in dynamic systems. 

Τα εκκρεμή έχουν αποδειχθεί χρήσιμα για τη μελέτη της απλής αρμονικής ταλάντωσης και τη μοντελοποίηση πιο πολύπλοκων περιοδικών κινήσεων σε δυναμικά συστήματα.

02

ταλάντωση, κύμανση

the act or process of repeatedly shifting between different states, conditions, or opinions 
Παραδείγματα
His mood showed constant oscillation between confidence and doubt. 

Η διάθεσή του έδειξε σταθερή ταλάντωση μεταξύ αυτοπεποίθησης και αμφιβολίας.

03

ταλάντωση, δόνηση

a single complete cycle or movement in a periodically repeating process 
Παραδείγματα
One oscillation of the pendulum takes two seconds. 

Μια ταλάντωση του εκκρεμούς διαρκεί δύο δευτερόλεπτα.

Λεξικό Δέντρο

oscillation
oscillate
oscill
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store