orzo
or
ˈɔ:
aw
zo
zəʊ
zew

Ορισμός και σημασία του "orzo"στα αγγλικά

01

όρζο, ζυμαρικά σε σχήμα ρυζιού

pasta in the form of rice grains 
orzo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I tossed cooked orzo with cherry tomatoes, fresh basil, and mozzarella for a refreshing summer salad. 

Ανάμειξα μαγειρεμένο όρζο με ντοματίνια, φρέσκο βασιλικό και μοτσαρέλα για μια δροσερή καλοκαιρινή σαλάτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store