orthodoxy
or
ˈɔ:
aw
tho
θə
thē
dox
dɒk
dok
y
si
si

Ορισμός και σημασία του "orthodoxy"στα αγγλικά

01

ορθοδοξία, συμμόρφωση με την ορθόδοξη διδασκαλία

the quality of being orthodox (especially in religion) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
orthodoxies
02

ορθοδοξία, συμβατικότητα

a commonly held belief or attitude that conforms to traditional norms and expectations 
Παραδείγματα
The rebellious artist constantly challenged the orthodoxy of the art community, sparking both criticism and admiration. 

Ο επαναστατικός καλλιτέχνης αμφισβητούσε συνεχώς τη συντηρητικότητα της καλλιτεχνικής κοινότητας, προκαλώντας και κριτική και θαυμασμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unorthodoxy
orthodoxy
orthodox
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store