Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Orthodoxy
01
ορθοδοξία, συμμόρφωση με την ορθόδοξη διδασκαλία
the quality of being orthodox (especially in religion)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ορθοδοξία, συμβατικότητα
a commonly held belief or attitude that conforms to traditional norms and expectations
Παραδείγματα
The orthodoxy of his views made him a respected figure in conservative circles.
Η ορθοδοξία των απόψεών του τον έκανε σεβαστό πρόσωπο στους συντηρητικούς κύκλους.
Λεξικό Δέντρο
unorthodoxy
orthodoxy
orthodox



























