autocracy
au
ɔ
ο
toc
ˈtɑk
τακ
ra
ρα
cy
si
σι
/ɔːtˈɒkɹəsˌi/

Ορισμός και σημασία του "autocracy"στα αγγλικά

01

αυτοκρατία, δεσποτισμός

the political condition of owning unlimited power as an individual ruler
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

αυτοκρατία, μονοκρατία

a governing system in which only one individual has unlimited power
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store