Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autoclave
01
αυτόκλειστο, στειρωτήρας ατμού
a device that sterilizes medical equipment using high-pressure steam
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
autoclaves
Παραδείγματα
The beauty salon used an autoclave for safe piercing equipment sterilization.
Το σαλόνι ομορφιάς χρησιμοποίησε έναν αυτόκλειστο για την ασφαλή αποστείρωση του εξοπλισμού διάτρησης.
to autoclave
01
αυτοκλαβώνω, στειρώνω με αυτόκλαβο
subject to the action of an autoclave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
autoclave
γ΄ ενικό πρόσωπο
autoclaves
ενεστώτα μετοχή
autoclaving
απλός αόριστος
autoclaved
παθητική μετοχή
autoclaved



























