Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autochthonal
01
αυτόχθων, γηγενής
originating where it is found
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
autochthonal
autochthon
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αυτόχθων, γηγενής
Λεξικό Δέντρο