Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autobus
01
λεωφορείο
a vehicle carrying many passengers; used for public transport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
autobuses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
autobus
bus



























