Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Orgasm
01
οργασμός, απόγειο
the moment of most intense pleasure in sexual intercourse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
orgasms
to orgasm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
orgasm
γ΄ ενικό πρόσωπο
orgasms
ενεστώτα μετοχή
orgasming
απλός αόριστος
orgasmed
παθητική μετοχή
orgasmed
Παραδείγματα
Many people seek ways to orgasm more easily and intensely.
Πολλοί άνθρωποι αναζητούν τρόπους για οργασμό πιο εύκολα και έντονα.



























