Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Organizer
01
οργανωτής, συντονιστής
a person that arranges or coordinates events or activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
organizers
02
οργανωτής, προσληπτής συνδικάτου
someone who enlists workers to join a union
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
organizer
organize
organ



























