organized crime
or
ˈɔ:
aw
ga
nized
naɪzd
naizd
crime
kraɪm
kraim

Ορισμός και σημασία του "organized crime"στα αγγλικά

Organized crime
01

οργανωμένο έγκλημα, οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα

criminal activities carried out by structured groups or networks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The city suffers from organized crime. 

Η πόλη υποφέρει από οργανωμένο έγκλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store