Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Orderly
01
βοηθός νοσοκόμου, φορέας φορεία
a hospital attendant whose job is to help medical staff with activities that do not require special medical training
02
διατακτικός, στρατιώτης υπηρέτης
a soldier who serves as an attendant to a superior officer
orderly
Παραδείγματα
The warehouse was kept orderly, with inventory neatly labeled and stored on shelves.
Η αποθήκη διατηρούνταν οργανωμένη, με το απόθεμα να είναι τακτοποιημένο και αποθηκευμένο σε ράφια.
02
τακτικός, ειρηνικός
devoid of violence or disruption



























