Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
optimum
01
βέλτιστος, οptimum
having the most favorable condition, maximizing efficiency or effectiveness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Regular maintenance is necessary to keep the car running at optimum performance.
Η τακτική συντήρηση είναι απαραίτητη για να λειτουργεί το αυτοκίνητο με βέλτιστη απόδοση.
Optimum
01
βέλτιστο, το καλύτερο
the best or most effective condition for achieving a desired result
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
optima
Παραδείγματα
Scientists are studying the optimum for protein intake to enhance athletic performance.
Οι επιστήμονες μελετούν το βέλτιστο για την πρόσληψη πρωτεϊνών για τη βελτίωση της αθλητικής απόδοσης.



























