Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to optimize
01
βελτιστοποιώ, βελτιώνω
to make something work at its best by improving how it functions or performs
Transitive: to optimize sth
Παραδείγματα
Software developers continually optimize code for better functionality and speed.
Οι προγραμματιστές λογισμικού βελτιστοποιούν συνεχώς τον κώδικα για καλύτερη λειτουργικότητα και ταχύτητα.
02
βελτιστοποιώ, προσεγγίζω με θετική στάση
to approach situations or challenges with a positive mindset
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
optimize
γ΄ ενικό πρόσωπο
optimizes
ενεστώτα μετοχή
optimizing
απλός αόριστος
optimized
παθητική μετοχή
optimized
Παραδείγματα
His ability to optimize in challenging circumstances earned him the admiration of his peers.
Η ικανότητά του να βελτιστοποιεί σε δύσκολες συνθήκες του χάρισε τον θαυμασμό των συνομηλίκων του.
03
βελτιστοποιώ
(in computing) to modify or restructure data, software, or systems in order to enhance efficiency, speed, or performance
Transitive: to optimize software or systems
Παραδείγματα
The compiler optimized the source code during compilation, rearranging instructions and eliminating redundant operations.
Ο μεταγλωττιστής βελτιστοποίησε τον πηγαίο κώδικα κατά τη μεταγλώττιση, αναδιατάσσοντας τις οδηγίες και εξαλείφοντας περιττές πράξεις.



























