opprobrious
opp
ˈəp
ēp
rob
rəʊb
rewb
rious
riəs
riēs

Ορισμός και σημασία του "opprobrious"στα αγγλικά

opprobrious
01

επονείδιστος, ντροπιαστικός

(used of conduct or character) deserving or bringing disgrace or shame 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most opprobrious
συγκριτικός βαθμός
more opprobrious
διαβαθμίσιμο
02

καταφρονητικός, υβριστικός

indicating scorn, contempt, or abuse 
Παραδείγματα
His opprobrious comments about her personal life were cruel and uncalled for. 

Τα περιφρονητικά σχόλιά του για την προσωπική της ζωή ήταν σκληρά και αδικαιολόγητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store