Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Opposition
01
αντίθεση
a person or group that competes against another in a contest, competition, or conflict
Παραδείγματα
The boxer trained hard to face his opposition in the final match.
Ο πυγμάχος προπονήθηκε σκληρά για να αντιμετωπίσει την αντιπολίτευση του στον τελικό αγώνα.
02
αντιπολίτευση
the main political party opposed to the government
Παραδείγματα
The opposition criticized the government's handling of the economic crisis.
Η αντιπολίτευση επέκρινε τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης από την κυβέρνηση.
03
αντίθεση, αντίσταση
the act of resisting, disagreeing with, or countering something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oppositions
Παραδείγματα
The citizens voiced opposition to the new tax.
Οι πολίτες εξέφρασαν αντίθεση στον νέο φόρο.
04
αντίθεση, αντίσταση
the state or condition of being opposed
Παραδείγματα
The opposition between good and evil is central to the story.
Η αντίθεση μεταξύ καλού και κακού είναι κεντρική στην ιστορία.
05
αντίθεση, αντίσταση
the action of groups actively resisting or confronting each other
Παραδείγματα
The opposition between rival factions led to unrest.
Η αντιπολίτευση μεταξύ αντιμαχόμενων φατριών οδήγησε σε αναστάτωση.
06
αντίπαλος, αντιτιθέμενη δύναμη
an armed adversary or opposing force in conflict
Παραδείγματα
The troops engaged the opposition in the valley.
Οι στρατιώτες συγκρούστηκαν με την αντιπολίτευση στην κοιλάδα.
07
αντίθετο, αντίθετη κατεύθυνση
a direction directly opposite to another
Παραδείγματα
The wind blew in opposition to the ship's course.
Ο άνεμος φυσούσε σε αντίθεση με την πορεία του πλοίου.
Λεξικό Δέντρο
oppositional
opposition
oppose



























