Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
opportune
01
κατάλληλος
(of a time) ideal for achieving a particular purpose or reaching success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most opportune
συγκριτικός βαθμός
more opportune
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The opportune weather conditions made it perfect for the outdoor wedding.
Οι κατάλληλες καιρικές συνθήκες έκαναν τον γάμο στο ύπαιθρο τέλειο.
02
κατάλληλος, έγκαιρος
happening or being done at the most favorable or appropriate moment
Παραδείγματα
Her opportune joke lightened the mood during the tense negotiations.
Το κατάλληλο αστείο της ανακούφισε την ατμόσφαιρα κατά τις τεταμένες διαπραγματεύσεις.
Λεξικό Δέντρο
inopportune
opportunely
opportuneness
opportune



























