Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
opportune
01
κατάλληλος
(of a time) ideal for achieving a particular purpose or reaching success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most opportune
συγκριτικός βαθμός
more opportune
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
timing, circumstances, success
Παραδείγματα
Her opportune suggestion helped the project avoid a major setback.
Η κατάλληλη πρότασή της βοήθησε το έργο να αποφύγει μια μεγάλη αναποδιά.
02
κατάλληλος, έγκαιρος
happening or being done at the most favorable or appropriate moment
Παραδείγματα
The opportune arrival of reinforcements turned the tide of the battle.
Η επίκαιρη άφιξη των ενισχύσεων άλλαξε την πορεία της μάχης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inopportune
opportunely
opportuneness
opportune



























