Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ophthalmology
01
οφθαλμολογία
the branch of medical science dealing with the eye, its functions, and diseases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ophthalmologist
ophthalmology
ophthalmo



























