operable
Pronunciation
/ˈɑpɝəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "operable"στα αγγλικά

01

χειρουργήσιμος

(of a medical condition) treatable with surgery
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most operable
συγκριτικός βαθμός
more operable
διαβαθμίσιμο
02

λειτουργικός, χρησιμοποιήσιμος

usable for a specific purpose
03

λειτουργικός, έτοιμος για χρήση

fit or ready for use or service
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store