operable
o
ˈɒ
o
pe
ra
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "operable"στα αγγλικά

01

χειρουργήσιμος

(of a medical condition) treatable with surgery 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most operable
συγκριτικός βαθμός
more operable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, surgery, treatment
02

λειτουργικός, χρησιμοποιήσιμος

usable for a specific purpose 
03

λειτουργικός, έτοιμος για χρήση

fit or ready for use or service 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inoperable
operable
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store