Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Opalescence
01
οπαλότητα
the visual property of something having a milky brightness and a play of colors from the surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























