Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Op art
01
οπτική τέχνη, οπ αρτ
an art movement that uses visual illusions and patterns to create the illusion of movement, depth, and changing form
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
op arts
LanGeek



























