one-third
one
wʌnθɜ:d
vanthēd
third
preferredinterredundeterredblurred

Ορισμός και σημασία του "one-third"στα αγγλικά

01

ένα τρίτο, τρίτο μέρος

one part of something that has been divided into three equal parts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
One-third of the students in the class passed the exam with flying colors. 

Το ένα τρίτο των μαθητών της τάξης πέρασε τις εξετάσεις με επιτυχία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store