Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
One-step
01
το one-step, ο χορός one-step
a social dance from the early 20th century, known for its simple steps and smooth gliding movements, often danced to ragtime music
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
one-steps
Παραδείγματα
The couple gracefully danced the one-step at the vintage-themed party, evoking the charm and elegance of bygone eras.
Το ζευγάρι χόρεψε με χάρη το one-step στο πάρτι με βινταζικό θέμα, επικαλούμενο τη γοητεία και την κομψότητα των περασμένων εποχών.
to one-step
01
χορεύω το one-step
dance the one-step
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
one-step
γ΄ ενικό πρόσωπο
one-steps
ενεστώτα μετοχή
one-stepping
απλός αόριστος
one-stepped
παθητική μετοχή
one-stepped



























