one-half
one
wʌnhɑ:f
vanhaaf
half

Ορισμός και σημασία του "one-half"στα αγγλικά

01

μισό, ήμισυ

an amount or portion that is exactly equal to one of two equal parts of a whole 
one-half definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
one-halves
Παραδείγματα
He drank one-half of the glass of water. 

Ήπιε το μισό ποτήρι νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store