Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
one
01
ένα
the number 1
Παραδείγματα
I have one book.
Έχω ένα βιβλίο.
One
01
ένα χαρτονόμισμα ενός δολαρίου, ένα δολάριο
a piece of paper money worth one-dollar
Παραδείγματα
He handed the cashier a one to pay for his coffee.
Έδωσε στον ταμία ένα χαρτονόμισμα ενός δολαρίου για να πληρώσει τον καφέ του.
02
ένας, μία
a single person or thing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ones
01
ένας, μία
used to refer to a single person or thing
Παραδείγματα
One house on the street has a red roof.
Ένα σπίτι στο δρόμο έχει κόκκινη στέγη.
one
01
ένα, μοναδικό
having the indivisible character of a unit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
1.1
ένα, μοναδικό
being a single entity made by combining separate components
1.2
πανομοιότυπος, παρόμοιος
of the same kind or quality
02
πολύ, σούπερ
(informal) very; used informally as an intensifier
03
ένας, κάποιος
indefinite in time or position
04
ασύγκριτος, μοναδικός
eminent beyond or above comparison
one
01
Κάποιος, Άνθρωπος
used to make general statements, express opinions, or provide advice without referring to specific individuals
Παραδείγματα
One should always strive to do one's best.
Πρέπει να προσπαθεί κανείς πάντα να κάνει το καλύτερό του.



























