Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to omit
01
παραλείπω, αποκλείω
to leave out or exclude something or someone, usually intentionally, from a list, text, or action
Transitive: to omit sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
omit
γ΄ ενικό πρόσωπο
omits
ενεστώτα μετοχή
omitting
απλός αόριστος
omitted
παθητική μετοχή
omitted
Παραδείγματα
The speaker decided to omit certain details from the presentation to keep it concise.
Ο ομιλητής αποφάσισε να παραλείψει ορισμένες λεπτομέρειες από την παρουσίαση για να την κρατήσει συνοπτική.
02
παραλείπω, αγνοώ
to fail to do something or leave it out
Transitive: to omit to do sth
Παραδείγματα
He omitted to include the important details in his report.
Παρέλειψε να συμπεριλάβει τις σημαντικές λεπτομέρειες στην έκθεσή του.
Λεξικό Δέντρο
omission
omissive
omit



























