Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Old times
01
παλιούς καιρούς, περασμένους καιρούς
past times remembered with nostalgia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
for old times' sake
01
as a way to remember or honor past experiences or relationships
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
Let's have coffee at our old place, just for old times' sake.



























