old-time
old
əʊld
ewld
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "old-time"στα αγγλικά

01

παλιομοδίτικος, ρετρό

attractively old-fashioned (but not necessarily authentic) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most old-time
συγκριτικός βαθμός
more old-time
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
style, time, nostalgia

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store