Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
old-time
01
παλιομοδίτικος, ρετρό
attractively old-fashioned (but not necessarily authentic)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most old-time
συγκριτικός βαθμός
more old-time
διαβαθμίσιμο



























