Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Okey
01
έγκριση, επικύρωση
an endorsement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
okeys
02
okey, παιχνίδι okey
a tile-based game where players aim to form sets and runs of numbered tiles to score points and win by using all the tiles in their hand first



























