Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oilskin
01
λαδόπανο, ελαιοκέρμα
a type of waterproof garment made of tightly woven cotton fabric that has been treated with oil or wax to repel water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oilskins



























