oilbird
Pronunciation
/ˈɔɪlbɝd/

Ορισμός και σημασία του "oilbird"στα αγγλικά

01

λαδοπούλι, νυκτόβιο πτηνό με εξαιρετικές ικανότητες ηχοεντοπισμού

a nocturnal bird species that possesses excellent echolocation abilities and feeds primarily on oil-rich palm fruits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oilbirds

Λεξικό Δέντρο

oilbird

oil

+

bird

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store