Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oilbird
01
λαδοπούλι, νυκτόβιο πτηνό με εξαιρετικές ικανότητες ηχοεντοπισμού
a nocturnal bird species that possesses excellent echolocation abilities and feeds primarily on oil-rich palm fruits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oilbirds
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
oilbird
oil
bird



























