oil well
Pronunciation
/ˈɔɪl wˈɛl/

Ορισμός και σημασία του "oil well"στα αγγλικά

01

πηγάδι πετρελαίου, πετρελαιοπηγή

a drilled hole or structure used to extract petroleum (crude oil) or natural gas from underground reservoirs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oil wells
Παραδείγματα
Engineers are designing advanced drilling technologies to reach deeper oil deposits in challenging oil well locations.
Οι μηχανικοί σχεδιάζουν προηγμένες τεχνολογίες γεώτρησης για να φτάσουν σε βαθύτερα κοιτάσματα πετρελαίου σε απαιτητικές τοποθεσίες πετρελαιοπηγών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store