officious
o
ə
α
ffi
ˈfɪ
φι
cious
ʃəs
σασ
/əfˈɪʃəs/

Ορισμός και σημασία του "officious"στα αγγλικά

01

επίσημος, πεισματάρης

self-important and very eager to give orders or help when it is not wanted, or needed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most officious
συγκριτικός βαθμός
more officious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His officious manner during the meeting irritated everyone.
Ο πεισματικά επίμονος τρόπος του κατά τη διάρκεια της συνάντησης ενοχλούσε όλους.

Λεξικό Δέντρο

officiously
officiousness
officious
office
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store