Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
occupied
01
κατεχόμενος, υπό κατοχή
(of a city, country, etc.) captured and under the control, authority, or presence of foreign military forces or other entities
Παραδείγματα
The city remained occupied by enemy troops for several years during the war.
Η πόλη παρέμεινε κατεχόμενη από εχθρικά στρατεύματα για αρκετά χρόνια κατά τη διάρκεια του πολέμου.
02
κατειλημμένος, χρησιμοποιούμενος
held or being used
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most occupied
συγκριτικός βαθμός
more occupied
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The parking spot was already occupied.
Η θέση στάθμευσης ήταν ήδη κατειλημμένη.
03
απασχολημένος, απορροφημένος
fully engaged in thought, activity, or attention
Παραδείγματα
An occupied worker barely noticed the noise around him.
Ένας απασχολημένος εργαζόμενος μόλις πρόσεξε τον θόρυβο γύρω του.
04
κατειλημμένος, κατοικημένος
having tenants or inhabitants
Παραδείγματα
The apartment on the third floor is fully occupied.
Το διαμέρισμα στον τρίτο όροφο είναι πλήρως κατειλημμένο.
Λεξικό Δέντρο
preoccupied
unoccupied
occupied
occupy



























