occupancy
o
ˈɒ
o
ccu
kjʊ
kyoo
pan
pən
pēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "occupancy"στα αγγλικά

01

κατοχή, κατάληψη

the action of entering, settling into, or claiming control over a building or space, often for residence, use, or ownership 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
occupancies
Παραδείγματα
The occupancy of the abandoned warehouse was deemed illegal by city officials. 

Η κατάληψη της εγκαταλελειμμένης αποθήκης κρίθηκε παράνομη από τους δημοτικούς αξιωματούχους.

02

ποσοστό πληρότητας, κατοχή

the state in which a space, building, or property is currently being used or inhabited by people 
Παραδείγματα
The hotel's occupancy reached 95% during the holiday weekend. 

Η πληρότητα του ξενοδοχείου έφτασε το 95% κατά τη διάρκεια των διακοπών του σαββατοκύριακου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store