Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to occlude
01
καλύπτω, εμποδίζω
to hide or conceal by covering or obstructing
Transitive: to occlude sth
Παραδείγματα
The thick curtains were drawn to occlude the harsh sunlight.
Οι παχιές κουρτίνες τραβήχτηκαν για να καλύψουν το δυνατό ηλιακό φως.
02
φράσσω, κλείνω
to close up a vein, opening, or passage
Transitive: to occlude an opening or passage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
occlude
γ΄ ενικό πρόσωπο
occludes
ενεστώτα μετοχή
occluding
απλός αόριστος
occluded
παθητική μετοχή
occluded
Παραδείγματα
A buildup of ice can occlude the drain, causing water to overflow.
Η συσσώρευση πάγου μπορεί να φράξει τον αποχετευτικό σωλήνα, προκαλώντας υπερχείλιση νερού.
Λεξικό Δέντρο
occluded
occlusion
occlusive
occlude



























