Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to occlude
01
καλύπτω, εμποδίζω
to hide or conceal by covering or obstructing
Transitive: to occlude sth
Παραδείγματα
The landslide occluded the road, blocking access to the remote village.
Η κατολίσθηση έκλεισε το δρόμο, μπλοκάροντας την πρόσβαση στο απομακρυσμένο χωριό.
02
φράσσω, κλείνω
to close up a vein, opening, or passage
Transitive: to occlude an opening or passage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
occlude
γ΄ ενικό πρόσωπο
occludes
ενεστώτα μετοχή
occluding
απλός αόριστος
occluded
παθητική μετοχή
occluded
Παραδείγματα
During the storm, fallen branches occluded the road, making it impassable.
Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, τα πεσμένα κλαδιά έκλεισαν το δρόμο, κάνοντάς τον αδιάβατο.
Λεξικό Δέντρο
occluded
occlusion
occlusive
occlude



























