Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Occidental
01
δυτικός
a native inhabitant of the Occident
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
occidentals
02
οξιδεντάλ
an artificial language
occidental
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
culture, geography, society
Παραδείγματα
The influence of occidental ideas is evident in various aspects of global media and fashion.
Η επιρροή των δυτικών ιδεών είναι εμφανής σε διάφορες πτυχές των παγκόσμιων μέσων ενημέρωσης και της μόδας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
occidentalism
occidental



























